[...]
Κι έπειτα, ήρθε η νύχτα. Λιγοστά φώτα άναψαν στην πόλη. Η μουσική έφτανε σε παρατεταμένα ξεσπάσματα, λες και κάποιος εξηγούσε κάτι ανάμεσα στα ρεφρέν κι έπειτα ξανάρχιζε. Κάτω στο δρόμο άκουγα φωνές και κάπου κάπου τις οπλές ενός αλόγου. Το Ιζαμπέλ Σεγκούντα έμοιαζε πιο δραστήριο την νύχτα απ' ότι τη μακριά, ζεστή μέρα.
Ήταν από τις πόλεις που σε έκαναν να νιώθεις σαν τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ: έφτανες με ένα μικρό αεροπλάνο που κουνούσε πολύ και για κάποιο μυστηριώδη λόγο νοίκιαζες ένα δωμάτιο που από το μπαλκόνι του έβλεπες την πόλη και το λιμάνι, έπειτα καθόσουν στο εκεί και τα έπινες μέχρι που κάτι συνέβαινε. Ένιωθα μια τρομακτική απόσταση ανάμεσα σε μένα και κάθε τι πραγματικό. Βρισκόμουν στο νησί Βιέκες, ένα μέρος τόσο ασήμαντο που δεν το είχα ξανακούσει ποτέ μου μέχρι που μου είπαν να έρθω εδώ. Με είχε φέρει ένας τρελός και περίμενα να με παραλάβει ένας άλλος.
Κόντευε Μάιος. Ήξερα 'ότι στη Νέα Υόρκη ο καιρός τώρα ζέσταινε, ότι το Λονδίνο είχε υγρασία και ότι στη Ρώμη έκανε ζέστη, κι εγώ βρισκόμουν στο Βιέκες, ένα μέρος όπου έκανε πάντα ζέστη και όπου η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και η Ρώμη δεν ήταν παρά ονόματα πάνω σε ένα χάρτη.
Έπειτα πήγε το μυαλό μου στους πεζοναύτες -δεν είχαν γυμνάσια αυτό το μήνα- και θυμήθηκα για ποιο λόγο βρισκόμουν εδώ. Ο Ζίμπουργκερ θέλει ένα φυλλάδιο... που να απευθύνεται στους επισκέπτες... η δική σου δουλεία είναι να πουλήσεις αυτό τον τόπο... μην αργήσεις γιατι ο Ζίμπουργκερ θα...
Πληρωνόμουν είκοσι πέντε δολάρια την ημέρα για να καταστρέψω τον μοναδικό τόπο όπου είχα αισθανθεί γαλήνη τα τελευταία δέκα χρόνια.Όπως είχαν τα πράγματα, πληρωνόμουν για να κατουριέμαι στο κρεβάτι μου και βρισκόμουν εδώ μόνο και μόνο επειδή είχα μεθύσει και με είχαν συλλάβει κ έτσι είχα γίνει πιόνι στα παιχνίδια αξιοπιστίας κάποιων υψηλά ιστάμενων.
Κάθισα εκεί για πολλή ώρα και σκέφτηκα πολλά πράγματα. Το πιο σημαντικό απ' αυτά ήταν η υποψία ότι τα παράξενα και ανεξέλεγκτα ένστικτα μου ίσως με ξέκαναν προτού έχω την ευκαιρία να πλουτίσω. Όσο κι αν ήθελα όλα αυτά τα πράγματα και χρειαζόμουν χρήματα για να τα αγοράσω, υπήρχε ένα κολασμένο ρεύμα που με έσπρωχνε στην αντίθετη κατεύθυνση: προς την αναρχία, τη φτώχεια, την τρέλα. Αυτή η εξοργιστική ψευδαίσθηση ότι ένας άνδρας μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια χωρίς να ξεπουλιέται σαν τον Ιούδα.
Κι έπειτα, ήρθε η νύχτα. Λιγοστά φώτα άναψαν στην πόλη. Η μουσική έφτανε σε παρατεταμένα ξεσπάσματα, λες και κάποιος εξηγούσε κάτι ανάμεσα στα ρεφρέν κι έπειτα ξανάρχιζε. Κάτω στο δρόμο άκουγα φωνές και κάπου κάπου τις οπλές ενός αλόγου. Το Ιζαμπέλ Σεγκούντα έμοιαζε πιο δραστήριο την νύχτα απ' ότι τη μακριά, ζεστή μέρα.Ήταν από τις πόλεις που σε έκαναν να νιώθεις σαν τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ: έφτανες με ένα μικρό αεροπλάνο που κουνούσε πολύ και για κάποιο μυστηριώδη λόγο νοίκιαζες ένα δωμάτιο που από το μπαλκόνι του έβλεπες την πόλη και το λιμάνι, έπειτα καθόσουν στο εκεί και τα έπινες μέχρι που κάτι συνέβαινε. Ένιωθα μια τρομακτική απόσταση ανάμεσα σε μένα και κάθε τι πραγματικό. Βρισκόμουν στο νησί Βιέκες, ένα μέρος τόσο ασήμαντο που δεν το είχα ξανακούσει ποτέ μου μέχρι που μου είπαν να έρθω εδώ. Με είχε φέρει ένας τρελός και περίμενα να με παραλάβει ένας άλλος.
Κόντευε Μάιος. Ήξερα 'ότι στη Νέα Υόρκη ο καιρός τώρα ζέσταινε, ότι το Λονδίνο είχε υγρασία και ότι στη Ρώμη έκανε ζέστη, κι εγώ βρισκόμουν στο Βιέκες, ένα μέρος όπου έκανε πάντα ζέστη και όπου η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και η Ρώμη δεν ήταν παρά ονόματα πάνω σε ένα χάρτη.
Έπειτα πήγε το μυαλό μου στους πεζοναύτες -δεν είχαν γυμνάσια αυτό το μήνα- και θυμήθηκα για ποιο λόγο βρισκόμουν εδώ. Ο Ζίμπουργκερ θέλει ένα φυλλάδιο... που να απευθύνεται στους επισκέπτες... η δική σου δουλεία είναι να πουλήσεις αυτό τον τόπο... μην αργήσεις γιατι ο Ζίμπουργκερ θα...
Πληρωνόμουν είκοσι πέντε δολάρια την ημέρα για να καταστρέψω τον μοναδικό τόπο όπου είχα αισθανθεί γαλήνη τα τελευταία δέκα χρόνια.Όπως είχαν τα πράγματα, πληρωνόμουν για να κατουριέμαι στο κρεβάτι μου και βρισκόμουν εδώ μόνο και μόνο επειδή είχα μεθύσει και με είχαν συλλάβει κ έτσι είχα γίνει πιόνι στα παιχνίδια αξιοπιστίας κάποιων υψηλά ιστάμενων.
Κάθισα εκεί για πολλή ώρα και σκέφτηκα πολλά πράγματα. Το πιο σημαντικό απ' αυτά ήταν η υποψία ότι τα παράξενα και ανεξέλεγκτα ένστικτα μου ίσως με ξέκαναν προτού έχω την ευκαιρία να πλουτίσω. Όσο κι αν ήθελα όλα αυτά τα πράγματα και χρειαζόμουν χρήματα για να τα αγοράσω, υπήρχε ένα κολασμένο ρεύμα που με έσπρωχνε στην αντίθετη κατεύθυνση: προς την αναρχία, τη φτώχεια, την τρέλα. Αυτή η εξοργιστική ψευδαίσθηση ότι ένας άνδρας μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια χωρίς να ξεπουλιέται σαν τον Ιούδα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου